Ελληνικά (el) Edit

 
Βιόλα (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιόλα βιόλες
γενική βιόλας
αιτιατική βιόλα βιόλες
κλητική βιόλα βιόλες

  Ετυμολογία Edit

βιόλα < ιταλική viola

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /ˈvʝɔ.la/

  ΟυσιαστικόEdit

βιόλα θηλυκό

  1. έγχορδο μουσικό όργανο παρόμοιο με το βιολί λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος και με βαρύτερο ήχο
  2. είδος ανθοφόρου φυτού
  3. το λουλούδι του φυτού (2)
    μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες (παλιό τραγούδι)


Δείτε επίσηςEdit

  ΜεταφράσειςEdit