Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουβαλώ < μεσαιωνική ελληνική κουβαλῶ < ελληνιστική κοινή κοβαλεύω < αρχαία ελληνική κόβαλος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ku.vaˈlɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κουβαλώ/κουβαλάω, πρτ.: κουβαλούσα/κουβάλαγα, αόρ.: κουβάλησα, παθ.φωνή: κουβαλιέμαι, π.αόρ.: κουβαλήθηκα, μτχ.π.π.: κουβαλημένος

  1. μεταφέρω κάτι σε άλλο μέρος
  2. έχω κάτι μαζί μου
  3. (οικείο) μετακομίζω
    Η φιλία της Μυρτώς ήταν ευλογία και το κατάλαβα απ' τις πρώτες μέρες που κουβαλήσαμε στο σπίτι τους. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  4. (μεταφορικά) μεταφέρω
  5. (μεταφορικά) αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι ή να έρθει μαζί μου
  6. (μεταφορικά) πηγαίνω κάπου (που δεν με θέλουν ή δεν με έχουν προσκαλέσει)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία