Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκόνη οι σκόνες
      γενική της σκόνης των (σκονών)
    αιτιατική τη σκόνη τις σκόνες
     κλητική σκόνη σκόνες
όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκόνη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκόνη < αρχαία ελληνική κόνις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsko.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκό‐νη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκόνη θηλυκό

  1. τριμμένο χώμα που αιωρείται στον αέρα ή κατακάθεται αργότερα σε επιφάνειες
    δούλευε στο νταμάρι και είναι γεμάτος σκόνη
    φύσηξε δυνατός αέρας και σήκωσε σκόνη από τους ξερούς χωματόδρομους
     συνώνυμα: κονιορτός, κουρνιαχτός
  2. στερεή ουσία που έχει τριφτεί και αποτελείται από πολύ μικρούς και λεπτούς κόκκους
    το φάρμακο τάδε διατίθεται σε χάπια και σε σκόνη που διαλύεται στο νερό
     συνώνυμα: πούδρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κάνω κάποιον σκόνη: τον νικώ θριαμβευτικά, τον εξουθενώνω
  • έφαγε τη σκόνη μου: έτρεχα πολύ γρήγορα και δεν μπορούσε να με φτάσει

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκόνη < αρχαία ελληνική κόν(ις) + με ανάπτυξη προτακτικού [s] από συμπροφορά με το άρθρο, όπως «τῆς σκόνης» /tis ˈkonis/ > /tiˈskonis/ > /tis ˈskonis/[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκόνη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία