Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χρυσόσκονη οι χρυσόσκονες
      γενική της χρυσόσκονης των χρυσόσκονων
    αιτιατική τη χρυσόσκονη τις χρυσόσκονες
     κλητική χρυσόσκονη χρυσόσκονες
Κατηγορία όπως «ασημόσκονη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρυσόσκονη < {π|χρυσό-}} + σκόνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρυσόσκονη θηλυκό

  • σκόνη από λαμπερούς κίτρινους κόκκους για ζωγραφική και άλλες χρήσεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία