Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καρβουνόσκονη οι καρβουνόσκονες
      γενική της καρβουνόσκονης των καρβουνόσκονων
    αιτιατική την καρβουνόσκονη τις καρβουνόσκονες
     κλητική καρβουνόσκονη καρβουνόσκονες
Κατηγορία όπως «ασημόσκονη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρβουνόσκονη < κάρβουν(ο) + -ό- + σκόνη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaɾ.vuˈno.sko.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καρ‐βου‐νό‐σκο‐νη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρβουνόσκονη θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία