Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουτάλι τα κουτάλια
      γενική του κουταλιού των κουταλιών
    αιτιατική το κουτάλι τα κουτάλια
     κλητική κουτάλι κουτάλια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
κουτάλι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουτάλι< μεσαιωνική ελληνική κουτάλι(ν) < ελληνιστική κοινή κώταλις (κουτάλα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kuˈta.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κου‐τά‐λι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουτάλι ουδέτερο

  1. το οικιακό σκεύος με το οποίο τρώγονται οι υγρές, πολτώδεις ή κρεμώδεις τροφές. Αποτελείται από μια μικρή και ρηχή κοιλότητα και μια λαβή
    τρώω με κουτάλι
  2. (συνεκδοχικά) η ποσότητα που χωρά στην κοιλότητα του παραπάνω σκεύους
    ένα κουτάλι ζάχαρη
    ταυτόσημα:: κουταλιά
  3. (ειδικότερα) το κουτάλι της σούπας

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τρώω κάτι με το κουτάλι:
    • τρώω σε μεγάλες ποσότητες
    • γνωρίζω πάρα πολύ καλά κάτι γιατί έχω εντρυφήσει σε αυτό
  • τρώω με χρυσά κουτάλια: περνάω πλουσιοπάροχα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία