Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβδέλλα αβδέλλες
γενική αβδέλλας αβδελλών
αιτιατική αβδέλλα αβδέλλες
κλητική αβδέλλα αβδέλλες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβδέλλα < ἀβδέλλα < α- προτακτικό + βδέλλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβδέλλα θηλυκό

  • παλαιότερος, λαϊκός τύπος της λέξης βδέλλα, όπου το α είχε την έννοια του κοίτα ή "να μία" βδέλλα
  • ασθένεια που προσέβαλε πρόβατα και άλλα ζώα, κατά την οποία παράσιτο που είχε σχήμα φύλλου πρίνου, προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στους πνεύμονες -κατά μία εκδοχή συνώνυμο της κλαπάτσας

δείτε τη λέξη: βδέλλα