Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουμπάρος κουμπάροι
γενική κουμπάρου κουμπάρων
αιτιατική κουμπάρο κουμπάρους
κλητική κουμπάρε κουμπάροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουμπάρος < μεσαιωνική ελληνική κουμπάρος < βενετική compare / ιταλικά compare < λατινική compatrem, αιτιατική του compater < com- + pater

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουμπάρος αρσενικό (θηλυκό: κουμπάρα)

  1. ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο
  2. (κατ’ επέκταση) ο νονός
  3. (κατ’ επέκταση) φιλική προσφώνηση κάποιου (γνωστού ή αγνώστου)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία