Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νονός οι νονοί
      γενική του νονού των νονών
    αιτιατική τον νονό τους νονούς
     κλητική νονέ νονοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. νονός < μεσαιωνική ελληνική νονός (ορθογραφική απλοποίηση) < ελληνιστική κοινή νόννος < υστερολατινική nonnus < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *nan- / *nen-. Συγγενές με την αρχαία ελληνική νέννος
  2. νονός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική godfather

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νονός αρσενικό, νονά θηλυκό

  1. αυτός που παρίσταται ως μάρτυρας στη βάφτιση ενός παιδιού, βοηθά τον ιερέα στην τέλεση του μυστηρίου και αναλαμβάνει να το κατηχήσει στο χριστιανισμό
     συνώνυμα: ανάδοχος, πνευματικός πατέρας
  2. αρχηγός εγκληματικής οργάνωσης όπως η μαφία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία