Δείτε επίσης: ἀνάδοχος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάδοχος < (λόγιο) ελληνιστική κοινή ἀνάδοχος < ἀνάδέχομαι (αναλαμβάνω, δέχομαι). Συγχρονικά αναλύεται σε ανά- + -δοχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

→ λείπει η κλίση ανάδοχος, -ος / -η, -ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ανάδοχος οι ανάδοχοι
      γενική του/της
του
αναδόχου
ανάδοχου
των αναδόχων
    αιτιατική τον/την ανάδοχο τους/τις αναδόχους
     κλητική ανάδοχε ανάδοχοι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, μόνο για το αρσενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

ανάδοχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. επίσημη ονομασία του νονού
  2. (για γονέα, συνήθως στον πληθυντικό) άτομο στο οποίο έχει δοθεί προσωρινά ή μέχρι την ενηλικίωσή του η αναδοχή ενός παιδιού
  3. κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η µελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου (Π.Δ. 305/96)

Συγγενικές λέξεις=Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία