Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

compare (en)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • compare with: συγκρίνω μεταξύ «αντικειμένων» της ίδιας κατηγορίας
  • compare to: συγκρίνω μεταξύ «αντικειμένων» διαφορετικής κατηγορίας
    (κατ' επέκταση) συγκρίνω μεταξύ διαφορετικών επιλογών άλλης κατηγορίας, προτείνω εναλλακτικές επιλογές)



Βενετικά (vec)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

compare < λατινική compatrem, αιτιατική του compater
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: κουμπάρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

compare (vec) αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

compare (fr)

  • ρηματικός τύπος του comparer



Ιταλικά (it)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

compare < λατινική compatrem, αιτιατική του compater

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /komˈpa.re/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

compare (it) αρσενικό (θηλυκό comare)

  1. ο νονός
  2. ο κουμπάρος
  3. (κατʼ επέκταση) ως προσφώνηση: φιλαράκος
  4. (κατʼ επέκταση) συνεργάτης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • «compare» - Vocabolario Treccani online, Istituto dell'Enciclopedia Italiana.