Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

derive (en)

  1. αντλώ, αποκομίζω
  2. συμπεραίνω, συμπεραίνω κάτι βάση άλλου, οδηγούμαι νοερά κάπου από κάποια αφετηρία (derive(d) conclusion)
  3. ετυμολογούμαι

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία