Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορνίζα οι κορνίζες
      γενική της κορνίζας των κορνιζών
    αιτιατική την κορνίζα τις κορνίζες
     κλητική κορνίζα κορνίζες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορνίζα < βενετ. cornise < λατιν. cornix < αρχ. ελλ. κορώνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορνίζα θηλυκό

  • διακοσμητικό πλαίσιο για τοποθέτηση έργων ζωγραφικής, φωτογραφιών, διπλωμάτων ή άλλων επίπεδων αντικειμένων

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία