Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μάραγδος μαράγδω μάραγδοι
Γενική μαράγδου μαράγδοιν μαράγδων
Δοτική μαράγδ μαράγδοιν μαράγδοις
Αιτιατική μάραγδον μαράγδω μαράγδους
Κλητική μάραγδε μαράγδω μάραγδοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάραγδος < σημιτική ρίζα b-r-q (αστράφτω στο σκοτάδι, λάμπω). Συγγενές με το (εβραϊκά) ברקת (bareket), το (σανσκριτικά) मरकत (marakata) και το (περσικά) زمرد (zomorrod)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάραγδος θηλυκό (& μεταγενέστερα αρσενικό)