Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Τετραγωνική φουφού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φουφού < ίσως από παλιότερη τουρκική λέξη fufu ή από παραφθορά του βενετικού fogo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φουφού θηλυκό

  • πύραυνος, μαγκάλι, φορητή μεταλλική ή πήλινη κυλινδρική συνήθως κατασκευή με τρία ή τέσσερα στηρίγματα, μέσα στην οποία βάζουν κάρβουνα για μαγείρεμα
    η φουφού του καστανά
    Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους και βάλθηκαν να τρέχουν κυνηγημένοι'

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία