Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πύραυνος πυραύνω πύραυνοι
Γενική πυραύνου πυραύνοιν πυραύνων
Δοτική πυραύν πυραύνοιν πυραύνοις
Αιτιατική πύραυνον πυραύνω πυραύνους
Κλητική πύραυνε πυραύνω πύραυνοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πύραυνος < πῦρ + -αυνος < αὔω (με τη σημασία "ανάβω φωτιά")
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: πύραυνο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πύραυνος [ῠ] αρσενικό - (ελληνιστική κοινή) (του 2ου αιώνα Κ.Ε.)

(στον ενικό, και ουδέτερο πύραυνον)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία