Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ωριλάς οι ωριλάδες
      γενική του ωριλά των ωριλάδων
    αιτιατική τον ωριλά τους ωριλάδες
     κλητική ωριλά ωριλάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωριλάς < ωριλά (άκλιτο) +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωριλάς αρσενικό

  • (λαϊκότροπο) κλιτή μορφή του ωριλά, ο ωτορινολαρυγγολόγος
    ※  το μόνο πράγμα που κατεβαίνει απ' τον λαιμό του που 'χει φράξει από κάτι που κανείς παθολόγος κι ωριλάς δεν βρίσκει, μα που εγώ ξέρω, μετά βεβαιότητος, πως είναι κατάθλιψη (Το βιβλίο της Κατερίνας, Αύγουστος Κορτώ, Εκδ. Πατάκης, 2016)
    ※  ΕΤΣΙ ΠΕΡΑΣΕ τα σύνορα ο Θανάσης κι εγώ γνώρισα τον Θανάση τον Ωριλά γιατί είχα μια φλεγμονή στο τούτο μου. «Καθήστε», μου είπε ο Ωριλάς. (Tης Mαρίας...,Έλενα Ακρίτα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 22 Μαΐου 2004)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία