Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: sarri.greek (συζήτηση) 00:45, 29 Ιανουαρίου 2020 (UTC).


Arrows blue.png Δείτε επίσης: λόγος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-λόγος < αρχαία ελληνική -λόγος < λόγος < λέγω

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-λόγος

ως δεύτερο συνθετικό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών δηλώνει:
  1. πρόσωπο του οποίου τα λόγια χαρακτηρίζονται από το πρώτο συνθετικό
    Παραδείγματα:
  2. ειδικό γιατρό ή γενικότερα ειδικό επιστήμονα, του οποίου η ειδικότητα εκφράζεται από το πρώτο συνθετικό
    Παραδείγματα:
  3. πρόσωπο που συλλέγει ή μαζεύει αυτό που εκφράζει το πρώτο συνθετικό
    Παραδείγματα:
  4. εργαλείο κατάλληλο για την εργασία που συνεπάγεται το πρώτο συνθετικό
    Παραδείγματα:

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία