Δείτε επίσης: οὗλος, οὕλος, οὗλλος, ούλλος, οὖλος, οὖλον, -ουλός
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ούλος η ούλη το ούλο
      γενική του ούλου της ούλης του ούλου
    αιτιατική τον ούλο την ούλη το ούλο
     κλητική ούλε ούλη ούλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ούλοι οι ούλες τα ούλα
      γενική των ούλων των ούλων των ούλων
    αιτιατική τους ούλους τις ούλες τα ούλα
     κλητική ούλοι ούλες ούλα
Κατηγορία όπως «ξένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ούλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική οὗλος / οὕλος,[1] μορφή του ὅλος < κληρονομημένο από την ιωνική διάλεκτο οὖλος - αρχαία ελληνική ὅλος ή και απευθείας [2] όλος με τροπή [o] > [u] ίσως με την επίδραση του λάμδα

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈu.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ού‐λος

  Επίθετο

επεξεργασία

ούλος, -η, -ο

Εκφράσεις

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. ούλοςΧαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. ούλος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας