Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαθές < Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια,[1] από την προστακτική μάθε του μαθαίνω, κατά τα λες, πες. Κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη[2] (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαθές (αληθινά, βεβαίως) < αρχαία ελληνική προστακτική μάθε του μανθάνω και επίδραση άλλων μεσαιωνικών προστακτικών όπως 'δές. Αναφέρει και την άποψη προέλευσης από το επίρρημα μαθών (αληθινά, φυσικά), επιρρηματική χρήση της αρχαίας μετοχής μαθών του μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος μανθάνω.

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μαθές

  1. (λαϊκότροπο) δηλαδή (επεξηγηματικό)
  2. (ειρωνικό) αλήθεια, άραγε
  3. (κρητικά) βέβαια, ασφαλώς
    — Πότισες τα ζα; —Ναι μαθές !
    ※  Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δικός του ὁ γάλος, ἦρθε μεσάνυχτα κ᾽ ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζε ὅλους, κ᾽ ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «μαθές» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαθές: → δείτε μαθές

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μαθές

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία