Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

tick < αγγλοσαξονική ticia (παρασιτικό ζώο, τσιμπούρι) < δυτικά γερμανικά *tik- (πηγή επίσης των: μέση ολλανδική teke, ολλανδική teek, παλαιά άνω γερμανική zecho και γερμανική Zecke (τσιμπούρι)) < άγνωστης ετυμολογίας, ενδεχομένως από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *deigh- (έντομο).[1] (μαρτυρείται από τον 14ο αιώνα)[2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɪk/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: tick
ομόηχα: tic, tik

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
tick ticks

tick (en)

  1. το τσιμπούρι
  2. (ανεπίσημο) ο μηλοφάγος
  3. (βρετανικό, ανεπίσημο, μειωτικό) ένα ευτελές ή περιφρονητικό άτομο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

tick < (κληρονομημένο) μέση αγγλική tek (ελαφρύ άγγιγμα) (συγγενές με: ολλανδική tik, μέση άνω γερμανική zic, ίσως ηχομιμητική λέξη).[2][1]
  • με την σημασία: (το ουσιαστικό μαρτυρείται από το 1680)[2] - (το ρήμα μαρτυρείται από το 1721)[2][1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
tick ticks

tick (en)

  1. ο ήχος που παράγουν τα ρολόγια κάθε δευτερόλεπτο: το τικ τακ
     συνώνυμα: ticking
  2. (Αυστραλία, βρετανικό) ένα σημάδι () που υποδηλώνει συμφωνία, ορθότητα ή αναγνώριση: το νύγμα, το τικ
     συνώνυμα: check mark (αμερικανικό)
  3. (οικονομία)
    1. το ελάχιστο ποσό κατά το οποίο τα επιτόκια, οι τιμές των μετοχών κ.λπ. μπορούν να αυξηθούν ή να μειωθούν
    2. (κατ’ επέκταση) η κίνηση μιας αξίας όπως ένα επιτόκιο ή μια τιμή μετοχής όταν αυξάνεται ή πέφτει
     συνώνυμα: tick point
  4. (προφορικό) ένα μικρό χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα το δεύτερο (δευτερόλεπτο): «σε λίγο», «σ' ένα λεπτάκι»
    Wait a moment. I'll be back in a tick. - Περίμενε μια στιγμή. Θα επιστρέψω σ' ένα δεύτερο.
     συνώνυμα: jiffy, moment, sec
  5. (παρατήρηση πουλιών) ένα πουλί που το βλέπει ή το ακούει ένας παρατηρητής πουλιών για πρώτη φορά και έτσι προστίθεται σε μια λίστα με παρατηρημένα πουλιά
  6. (ζωολογία, ορνιθολογία) ο καστανολαίμης
    ταυτόσημα: whinchat

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας tick
γ΄ ενικό ενεστώτα ticks
αόριστος ticked
παθητική μετοχή ticked
ενεργητική μετοχή ticking

tick (en)

  1. το να παράγω ήχο παρόμοιο με αυτόν από την κίνηση ενός αναλογικού ρολογιού
  2. το να βάζω νύγμα, τικ: νυγματίζω, τσεκάρω
     συνώνυμα: check, checkmark (αμερικανικό)
  3. (ανεπίσημο, αμετάβατο) το να δουλεύει κάτι ή να λειτουργεί, ειδικά μηχανικά
  4. το να χτυπώ κάτι ελαφρά
     συνώνυμα: pat
  5. (παρατήρηση πουλιών, μεταβατικό) το να προσθέτω ένα πουλί σε μία λίστα πουλιών που έχουν ειδωθεί ή ακουστεί

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 3Επεξεργασία

tick < (κληρονομημένο) μέση αγγλική tikke, tike < πιθανόν από μέση ολλανδική tīke < λατινική thēca (θήκη) < αρχαία ελληνική θήκη.[3] (μαρτυρείται από τον 15ο αιώνα)[2]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
tick ticks

tick (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. (ύφασμα) μια υφασμάτινη θήκη γεμισμένη με φτερά ή άλλο υλικό για να χρησιμοποιηθεί ως στρώμα ή μαξιλάρι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 4Επεξεργασία

tick < σύντμηση του ticket στη φράση «on the ticket», αναφερόμενη σε υποσχετική ή σε υπόσχεση πληρωμής.[4] (μαρτυρείται από το 1642)[2]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tick (en) (μη μετρήσιμο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας tick
γ΄ ενικό ενεστώτα ticks
αόριστος ticked
παθητική μετοχή ticked
ενεργητική μετοχή ticking

tick (en)

  1. (αμετάβατο) πιστώνομαι
  2. (μεταβατικό) πιστώνω κάποιον

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 5Επεξεργασία

tick < (κληρονομημένο) μέση αγγλική tik-, tic-, tike-, tiken- (σε ενώσεις), μη αφομοιωμένη μορφή των: μέση αγγλική tiche, tichen (κατσικάκι) < αγγλοσαξονική tiċċen (κατσικάκι) < πρωτοδυτικά γερμανικά *tikkīn, υποκοριστικό του *tigā (κατσίκα).[5]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tick (en)

Tickhill, Tickenhurst, Tickham

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 tick - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 tick - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)
  3. tick - The American Heritage Dictionary of the English Language online. Houghton Mifflin Harcourt.
  4. tick - lexico.com. Συνεργασία των Dictionary.com & Oxford University Press, μονόγλωσσο αγγλικό λεξικό © 2019-2022
  5. tichen - Middle English Compendium - University of Michigan Library

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • tick - Cambridge Dictionary online
  • tick - Webster’s Revised Unabridged Dictionary, G. & C. Merriam, 1913.