Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ορθότητα οι ορθότητες
      γενική της ορθότητας των ορθοτήτων
    αιτιατική την ορθότητα τις ορθότητες
     κλητική ορθότητα ορθότητες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορθότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορθότητα θηλυκό

  1. το να είναι κάτι σωστό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία