Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ορθότητα οι ορθότητες
      γενική της ορθότητας των ορθοτήτων
    αιτιατική την ορθότητα τις ορθότητες
     κλητική ορθότητα ορθότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορθότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορθότητα θηλυκό

  • το να είναι κάτι σωστό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία