Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ελάχιστος ελάχιστη/
ελαχίστη
ελάχιστο
γενική ελάχιστου/
ελαχίστου
ελάχιστης/
ελαχίστης
ελάχιστου/
ελαχίστου
αιτιατική ελάχιστο ελάχιστη/
ελαχίστη
ελάχιστο
κλητική ελάχιστε ελάχιστη/
ελαχίστη
ελάχιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελάχιστοι ελάχιστες ελάχιστα
γενική ελάχιστων/
ελαχίστων
ελάχιστων/
ελαχίστων
ελάχιστων/
ελαχίστων
αιτιατική ελάχιστους ελάχιστες ελάχιστα
κλητική ελάχιστοι ελάχιστες ελάχιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελάχιστος < αρχαία ελληνική ἐλάχιστος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ελάχιστος

  1. Υπερθετικός βαθμός του μικρός
    Πρόσθεσα στη σάλτσα μια ελάχιστη ποσότητα ζάχαρης.
  2. Υπερθετικός βαθμός του λίγος, ολίγος
    Η σάλτσα χρειαζόταν και ελάχιστη ζάχαρη.
    Ήταν ελάχιστοι αυτοί που έφτασαν στην κορυφή.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία