Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

minimal (en)

  1. ελάχιστος, κατώτατος
  2. (μαθηματικά) ελαχιστικός

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Στη μαθηματική ορολογία το επίθετο minimal είναι γενικότερο του επιθέτου minimum. Π.χ. εάν μία μερική διάταξη έχει πολλά ελάχιστα στοιχεία, τότε χαρακτηρίζονται όλα σαν minimal. Εάν υπάρχει μόνο ένα ελάχιστο στοιχείο τότε το στοιχείο αυτό χαρακτηρίζεται σαν minimum. Για να διαχωρίσουν τις έννοιες μερικοί μαθηματικοί μεταφράζουν το minimal σαν ελαχιστικός και το minimum σαν ελάχιστος.


Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό minimal minimaux
θηλυκό minimale minimales

minimal (fr)

  1. ο μικρότερος
  2. ελάχιστος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • art minimal → δείτε τη λέξη minimalisme