Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η λίθος οι λίθοι
      γενική του/της λίθου των λίθων
    αιτιατική τον/τη λίθο τους/τις λίθους
     κλητική λίθε λίθοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
λεπτομέρεια κτίσματος από λίθο
 
διάφοροι πολύτιμοι λίθοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λίθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίθος < άγνωστης ετυμολογίας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈli.θos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λί‐θος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λίθος αρσενικό (ή θηλυκό σε παγιωμένες εκφράσεις)

  • (αρσενικό, λόγιο) η πέτρα (ως υλικό οικοδομικών εργασιών, στην ιατρική, κοσμηματοποιία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

αρσενικό

θηλυκό

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λίθος οι λίθοι
      γενική της λίθου των λίθων
    αιτιατική τη λίθο τις λίθους
     κλητική λίθε λίθοι
Ο λίθος' ως θηλυκό σε παγιωμένες λόγιες εκφράσεις
Κατηγορία όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



 
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. Να χωρίσουν οι ορισμοί κατά αρσενικό και θηλυκό. Sarri.greek 11:25, 26 Ιουλίου 2021 (UTC).



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λίθος, ήδη ομηρικό < άγνωστης ετυμολογίας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λίθος αρσενικό ή θηλυκό

  1. λίθος, πέτρα
  2. (στην αρχαία Αθήνα) ονομασία διάφορων συμπλεγμάτων από πέτρες που χρησιμοποιούνταν σαν βήμα για ομιλητές

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • διαφανὴς λίθος: είδος φακού
  • λίθος κυανοῦς: θειικός χαλκός
  • Λυδία λίθος: πέτρα από μαύρο σκληρό πέτρωμα με το οποίο ελέγχονταν η καθαρότητα του χρυσού και του ασημιού
  • Μαγνῆτις λίθος / Ἡρακλεία λίθος: μαγνήτης
  • χυτὴ λίθος: άλλη ονομασία του γυαλιού

  ΠηγέςΕπεξεργασία