Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λιθάρι τα λιθάρια
      γενική του λιθαριού των λιθαριών
    αιτιατική το λιθάρι τα λιθάρια
     κλητική λιθάρι λιθάρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιθάρι < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /li.ˈθa.ɾi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιθάρι ουδέτερο

  1. μεγάλη σχετικά πέτρα
    Ξαφνικά σκόνταψε σ' ένα λιθάρι κι' έπεσε στο γόνατο. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
  2. το αγώνισμα κατά το οποίο οι αθλητές ρίχνουν όσο πιο μακριά μπορούν μια βαριά πέτρα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία