Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πούλι πούλια
γενική
αιτιατική πούλι πούλια
κλητική πούλι πούλια
 
τα πούλια έχουν τοποθετηθεί στο τάβλι για να ξεκινήσει μια παρτίδα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πούλι < τουρκική pul + [1] < περσική پول (pūl, κέρμα, χρήμα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpu.li/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πούλι ουδέτερο

  • μικρό αντικείμενο σε σχήμα δίσκου, εξάρτημα παιχνιδιών, που χρησιμοποιείται από τους παίκτες του παιχνιδιού, μετακινώντας το συνήθως σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Open book icon.png ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. πούλι στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.