Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική λίθινος λίθινη λίθινο
γενική λίθινου λίθινης λίθινου
αιτιατική λίθινο λίθινη λίθινο
κλητική λίθινε λίθινη λίθινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λίθινοι λίθινες λίθινα
γενική λίθινων λίθινων λίθινων
αιτιατική λίθινους λίθινες λίθινα
κλητική λίθινοι λίθινες λίθινα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λίθινος < αρχαία ελληνική λίθινος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λίθινος

  1. που είναι φτιαγμένος από πέτρα, πέτρινος
    λίθινα εργαλεία
  2. που αναφέρεται στην εποχή που το κύριο υλικό κατασκευής εργαλείων και όπλων ήταν ο λίθος
    η λίθινη εποχή


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική λίθινος λιθίνη λίθινον λίθινοι λίθιναι λίθινα
Γενική λιθίνου λιθίνης λιθίνου λιθίνων λιθίνων λιθίνων
Δοτική λιθίνῳ λιθίνῃ λιθίνῳ λιθίνοις λιθίναις λιθίνοις
Αιτιατική λίθινον λιθίνην λίθινον λιθίνους λιθίνας λίθινα
Κλητική λίθινε λιθίνη λίθινον λίθινοι λίθιναι λίθινα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική λιθίνω λιθίνα
Γενική-Δοτική λιθίνοιν λιθίναιν

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λίθινος

  1. λίθινος, πέτρινος
  2. (μεταφορικά) σκληρός
    λιθίνη καρδία