Arrows blue.png Δείτε επίσης: κάλλιο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλιο < νεολατινική kalium < αραβική القلي (προφέρεται: αλ-καλι) (φυτική στάχτη)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈka.li.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κάλιο
γενική καλίου
αιτιατική κάλιο
κλητική κάλιο

κάλιο ουδέτερο μόνο στον ενικό

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία