Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασβέστιο < ελληνιστική κοινή ἀσβέστιον < αρχαία ελληνική ἄσβεστος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασβέστιο ουδέτερο

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 20 και χημικό σύμβολο το Ca
πτώση ενικός
ονομαστική ασβέστιο
γενική ασβεστίου
& ασβέστιου
αιτιατική ασβέστιο
κλητική ασβέστιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία