Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απολιθώνω < αρχαία ελληνική ἀπολιθόω / ἀπολιθῶ < ἀπό + λίθος (1,2: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pétrifier· 3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική fossiliser)

  ΡήμαΕπεξεργασία

απολιθώνω (παθητική φωνή: απολιθώνομαι)

  1. (κυριολεκτικά) μετατρέπω κάτι που είναι οργανικό σε ανόργανο και σκληρό, σαν πέτρα
  2. (μεταφορικά) αφήνω κάποιον αποσβολωμένο και άναυδο, σαν πέτρα
  3. (κατ' επέκταση) (μεταφορικά) αφήνω κάτι στάσιμο, απαρχαιωμένο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία