Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κόκκινος κόκκινη κόκκινο
γενική κόκκινου κόκκινης κόκκινου
αιτιατική κόκκινο κόκκινη κόκκινο
κλητική κόκκινε κόκκινη κόκκινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κόκκινοι κόκκινες κόκκινα
γενική κόκκινων κόκκινων κόκκινων
αιτιατική κόκκινους κόκκινες κόκκινα
κλητική κόκκινοι κόκκινες κόκκινα
 
Διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόκκινος < ελληνιστική κοινή κόκκινος < αρχαία ελληνική κόκκος < προελληνική

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κόκκινος, κόκκινη, κόκκινο

  1. που έχει το χρώμα της φωτιάς, του αίματος, της παπαρούνας
    κόκκινος (χρώμα):   
  2. (ουσιαστικοποιημένο) κόκκινο: το σχετικό χρώμα
    κόκκινο (χρώμα):   
  3. (ουσιαστικοποιημένο) κόκκινος:
    1. (πολιτική) ο κομμουνιστής
    2. (αθλητισμός) ο οπαδός συγκεκριμένης ομάδας με κυρίαρχο το κόκκινο χρώμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

κόκκινος σαν παντζάρι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία