Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθυκόκκινος < βαθύς + κόκκινος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθυκόκκινος -η -ο

  • που έχει βαθύ (σκούρο όμως κορεσμένο [δηλαδή εμπεριέχει περισσότερο κόκκινο παρά μαύρο από άλλες ισοδύναμης φωτεινότητας χρωματικές αποχρώσεις]) κόκκινο χρώμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία