Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κόκκινο τα κόκκινα
      γενική του κόκκινου των κόκκινων
    αιτιατική το κόκκινο τα κόκκινα
     κλητική κόκκινο κόκκινα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόκκινο < κόκκινος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
κόκκινο

κόκκινο ουδέτερο

  1. (χρώμα) ένα χρώμα, το χρώμα της φωτιάς, του αίματος, της παπαρούνας
    κόκκινο (χρώμα):   
  2. (σήμα τροχαίας) σταμάτα !
  3. (μεταφορικά) καυτό
  4. (μεταφορικά) λέγεται σε παιχνίδι όταν πλησιάζει ο παίχτης σε κάτι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία