Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ντυμένος η ντυμένη το ντυμένο
      γενική του ντυμένου της ντυμένης του ντυμένου
    αιτιατική τον ντυμένο την ντυμένη το ντυμένο
     κλητική ντυμένε ντυμένη ντυμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ντυμένοι οι ντυμένες τα ντυμένα
      γενική των ντυμένων των ντυμένων των ντυμένων
    αιτιατική τους ντυμένους τις ντυμένες τα ντυμένα
     κλητική ντυμένοι ντυμένες ντυμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /diˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ντυ‐μέ‐νος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ντυμένος, -η, -ο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Αντίστροφο λεξικό του Βικιλεξικού:
  Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που λήγουν σε «-ντυμένος»
όπως ενδεικτικά:

δείτε

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία