Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασπροντυμένος η ασπροντυμένη το ασπροντυμένο
      γενική του ασπροντυμένου της ασπροντυμένης του ασπροντυμένου
    αιτιατική τον ασπροντυμένο την ασπροντυμένη το ασπροντυμένο
     κλητική ασπροντυμένε ασπροντυμένη ασπροντυμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασπροντυμένοι οι ασπροντυμένες τα ασπροντυμένα
      γενική των ασπροντυμένων των ασπροντυμένων των ασπροντυμένων
    αιτιατική τους ασπροντυμένους τις ασπροντυμένες τα ασπροντυμένα
     κλητική ασπροντυμένοι ασπροντυμένες ασπροντυμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασπροντυμένος < ασπρο- + ντυμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ντύνω [1]

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ασπροντυμένος

  • ο ντυμένος στα λευκά
    στην Ιαπωνία, στις κηδείες είναι όλοι ασπροντυμένοι, αφού το λευκό είναι το χρώμα τού θρήνου εκεί
    άλλες μορφές: ασπροεντυμένος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία