Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μαυροφορεμένος μαυροφορεμένη μαυροφορεμένο
γενική μαυροφορεμένου μαυροφορεμένης μαυροφορεμένου
αιτιατική μαυροφορεμένο μαυροφορεμένη μαυροφορεμένο
κλητική μαυροφορεμένε μαυροφορεμένη μαυροφορεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαυροφορεμένοι μαυροφορεμένες μαυροφορεμένα
γενική μαυροφορεμένων μαυροφορεμένων μαυροφορεμένων
αιτιατική μαυροφορεμένους μαυροφορεμένες μαυροφορεμένα
κλητική μαυροφορεμένοι μαυροφορεμένες μαυροφορεμένα

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

μαυροφορεμένος , μαύρο + φορώ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαυροφορεμένος,η,ο

  1. ο μαυροντυμένος, αλλά συνήθως για δυσάρεστο λόγο, δηλαδή πένθος, πιθανόν επειδή ως επίθετο έχει φορτισθεί περισσότερο με την παθητική, αναγκαστική επιλογή του μαύρου

  Δείτε επίσης Επεξεργασία