Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καλοντυμένος καλοντυμένη καλοντυμένο
γενική καλοντυμένου καλοντυμένης καλοντυμένου
αιτιατική καλοντυμένο καλοντυμένη καλοντυμένο
κλητική καλοντυμένε καλοντυμένη καλοντυμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλοντυμένοι καλοντυμένες καλοντυμένα
γενική καλοντυμένων καλοντυμένων καλοντυμένων
αιτιατική καλοντυμένους καλοντυμένες καλοντυμένα
κλητική καλοντυμένοι καλοντυμένες καλοντυμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλοντυμένος < καλο- + ντυμένος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καλοντυμένος, -η, -ο

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία