Gthumb.svg Το λήμμα αυτό χρειάζεται βοήθεια!
Μήπως μπορείτε να βοηθήσετε; Ας μεταφερθούν τα πολλά σύνθετα στην Κατηγορία καλο- καλό- καλ- μέσω της ετυμολογίας τους. Μπορείτε να βοηθήσετε? Sarri.greek 13:52, 15 Απριλίου 2020 (UTC)


Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. καλο- < αρχαία ελληνική καλο- < καλός < καλϝός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kal-wo-s < *kal- (όμορφος)
  2. καλο- < καλά + -ο- < καλός < αρχαία ελληνική καλός < καλϝός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kal-wo-s < *kal- (όμορφος)
  3. καλ- < μερικές φορές, πριν από [a][1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.lɔ/

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

καλο-, καλό- & καλ-

  1. ασυνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία του καλού, του ευχάριστου
    καλότυχος
  2. ασυνθετικό που δείχνει ότι αυτό που δηλώνει το βσυνθετικό γίνεται καλά, σωστά
    καλοαναθρεμμένος, καλακούω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία


Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλο- < καλά + -ο- < καλός < αρχαία ελληνική καλός

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

καλο-, καλό- & καλ-

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλο- < καλϝός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kal-wo-s < *kal- (όμορφος)

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

καλο-, καλό-

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία