Δείτε επίσης: ἔρημος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έρημος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔρημος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο έρημος η έρημη το έρημο
      γενική του έρημου της έρημης του έρημου
    αιτιατική τον έρημο την έρημη το έρημο
     κλητική έρημε έρημη έρημο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι έρημοι οι έρημες τα έρημα
      γενική των έρημων των έρημων των έρημων
    αιτιατική τους έρημους τις έρημες τα έρημα
     κλητική έρημοι έρημες έρημα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

έρημος

  • αυτός που είναι απομακρυσμένος από τους άλλους
μετά το χωρισμό τους ζει μόνη κι έρημη
 συνώνυμα: ακατοίκητος, απάτητος, απομονωμένος, ασύχναστος, εγκαταλελειμμένος, ερημικός, μόνος
  • (μεταφορικά, για ανθρώπους) αυτός που συνάντησε μεγάλες δυστυχίες στη ζωή του
τι να πρωτοπεί και τι να πρωτοκάνει ο έρημος; όπως του έρχονται τα πράγματα, τα παίρνει
 συνώνυμα: άθλιος, δυστυχισμένος, κακομοίρης, ταλαίπωρος
  • (έκφραση δυσφορίας ή συμπάθειας)
αχ! τα έρημα τα ξένα!
τα έρημα τα βράδυα
λυπήσου τα έρημα τ'αφτάκια μας!

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • άφραχτος κήπος, έρημα τα λάχανα
  • ο φόβος φυλάει τα έρημα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έρημος οι έρημοι
      γενική της ερήμου των ερήμων
    αιτιατική την έρημο τις ερήμους
     κλητική έρημε
(έρημο)
έρημοι
όπως «ήπειρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
H έρημος στην Αλγερία

έρημος θηλυκό

τα καραβάνια διέσχιζαν την έρημο Σαχάρα με καμήλες
έρημος σήμερα το γραφείο, όλοι είχαν φύγει για το σαββατοκύριακο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία