Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

απάτητος < α- + πατάω/πατώ + -ητος[1], -ητη, -ητο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απάτητος

  1. που δεν τον έχουν διαβεί άνθρωποι (τουλάχιστον πρόσφατα)
  2. ξεχασμένος λόγο παλαιότητας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία