Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδράργυρος < υδρ- (< υδρο-) + άργυρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ˈðɾaɾ.ʝi.ɾɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υδράργυρος οι υδράργυροι
      γενική του υδραργύρου
& υδράργυρου
των υδραργύρων
    αιτιατική τον υδράργυρο τους υδραργύρους
& υδράργυρους
     κλητική υδράργυρε υδράργυροι
Παράρτημα
 
υδράργυρος σε ποτήρι

υδράργυρος αρσενικό

  1. (χημεία) υγρό μεταλλικό χημικό στοιχείο με αργυρό χρώμα, ατομικό αριθμό 80 και χημικό σύμβολο το Hg
  2. (συνεκδοχικά) η ποσότητα του παραπάνω στοιχείου στα θερμόμετρα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ανεβαίνει / κατεβαίνει ο υδράργυρος : αυξάνεται / μειώνεται η θερμοκρασία // (μεταφορικά) αυξάνεται / μειώνεται η ένταση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία