Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η κάπηλος οι κάπηλοι
      γενική του/της
του
καπήλου
κάπηλου
των καπήλων
& κάπηλων
    αιτιατική τον/την κάπηλο τους/τις
τους
καπήλους
κάπηλους
     κλητική κάπηλο κάπηλοι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάπηλος < (λόγιο) αρχαία ελληνική κάπηλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάπηλος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάπηλος καπήλω κάπηλοι
Γενική καπήλου καπήλοιν καπήλων
Δοτική καπήλ καπήλοιν καπήλοις
Αιτιατική κάπηλον καπήλω καπήλους
Κλητική κάπηλε καπήλω κάπηλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάπηλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kap- (λαμβάνω, παίρνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάπηλος αρσενικό (& σπάνια θηλυκό)

  1. παραγωγός
  2. μικροπωλητής, μικρέμπορος, ψιλικατζής, μεταπράτης
  3. ταβερνιάρης, οινοπώλης, κρασοπώλης
    κεἴ τις κάπηλος ἢ καπηλὶς τοῦ χοῶς (Αριστοφάνης, Θεσοφοριάζουσαι, 347)
  4. μπακάλης
  5. (μεταφορικά) απατεώνας, αισχροκερδής
  6. απατηλός, κίβδηλος, δόλιος, πανούργος
  7. εκμεταλλευτής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία