Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κίβδηλος η κίβδηλη το κίβδηλο
      γενική του κίβδηλου της κίβδηλης του κίβδηλου
    αιτιατική τον κίβδηλο την κίβδηλη το κίβδηλο
     κλητική κίβδηλε κίβδηλη κίβδηλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κίβδηλοι οι κίβδηλες τα κίβδηλα
      γενική των κίβδηλων των κίβδηλων των κίβδηλων
    αιτιατική τους κίβδηλους τις κίβδηλες τα κίβδηλα
     κλητική κίβδηλοι κίβδηλες κίβδηλα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κίβδηλος < αρχαία ελληνική κίβδηλος < κίβδος "σκουριά με την οποία νόθευαν το χρυσό"

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κίβδηλος -η -ο

  1. (νομίσματα) που περιέχει κίβδο, μέταλλο χαμηλής αξίας ως συστατικό νοθείας
  2. (νομίσματα) για νόμισμα, ιδιαίτερα μεταλλικό που είναι προϊόν παραχάραξης, μη γνήσιος, πλαστός
    εντόπισαν κίβδηλο κέρμα των 2 ευρώ
  3. (μεταφορικά) για οτιδήποτε παρουσιάζει εξωτερικά μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα ενώ στην πραγματικότητα στερείται αξίας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία