Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κίβδηλο

  1. κίβδηλος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του κίβδηλος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού