Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κίβδηλων

  1. κίβδηλος, στη γενική του πληθυντικού
  2. κίβδηλη, στη γενική του πληθυντικού
  3. κίβδηλο, στη γενική του πληθυντικού