Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νοθεύω < ελληνιστική νοθεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /nɔ.ˈθɛ.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

νοθεύω

  1. ανακατεύω ένα προϊόν με άλλο, κατώτερης ποιότητας και τιμής, προκειμένου να ωφεληθώ οικονομικά εις βάρος του αγοραστή
    νοθεύω το ελαιόλαδο με ηλιέλαιο
  2. παραποιώ μια ιδέα, μια κατάσταση κ.λπ. εισάγοντας ξένα ή ακατάλληλα στοιχεία
    νοθεύω το αποτέλεσμα των εκλογών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία