Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κάλπικος η κάλπικη το κάλπικο
      γενική του κάλπικου της κάλπικης του κάλπικου
    αιτιατική τον κάλπικο την κάλπικη το κάλπικο
     κλητική κάλπικε κάλπικη κάλπικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κάλπικοι οι κάλπικες τα κάλπικα
      γενική των κάλπικων των κάλπικων των κάλπικων
    αιτιατική τους κάλπικους τις κάλπικες τα κάλπικα
     κλητική κάλπικοι κάλπικες κάλπικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλπικος < κάλπης + -ικος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κάλπικος, -η, -ο

  1. ψεύτικος
  2. κίβδηλος
    Η κάλπικη λίρα
  3. (μεταφορικά) άτιμος, ψεύτης, ανειλικρινής

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία