Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πολεμοκάπηλος οι πολεμοκάπηλοι
      γενική του πολεμοκάπηλου
πολεμοκαπήλου
των πολεμοκάπηλων
πολεμοκαπήλων
    αιτιατική τον πολεμοκάπηλο τους πολεμοκάπηλους
πολεμοκαπήλους
     κλητική πολεμοκάπηλε πολεμοκάπηλοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολεμοκάπηλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολεμοκάπηλος

  • Αυτός που υποκινεί ή εκμεταλλεύεται κατάσταση πολέμου για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία