Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καπηλεία οι καπηλείες
      γενική της καπηλείας των καπηλειών
    αιτιατική την καπηλεία τις καπηλείες
     κλητική καπηλεία καπηλείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καπηλεία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καπηλεία θηλυκό

  1. η αισχροκερδής εκμετάλλευση εμπορευμάτων
  2. η ιδιοτελής εκμετάλλευση ευγενών πόθων

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία